γκρέμισμα

γκρέμισμα
τό
1) сбрасывание, сваливание вниз; 2) обрушивание, обваливание; 3) разрушение, снос (здания и т. п.); 4) перен. низвержение; ниспровержение; свержение; 5) πλ. руины

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "γκρέμισμα" в других словарях:

  • γκρέμισμα — το 1. η πτώση ή το ρίξιμο από γκρεμό: Με το γκρέμισμά του ευτυχώς έσπασε μόνο το χέρι του. 2. η κατεδάφιση: Αρχίσαμε γκρεμίσματα στο μαγαζί για να κάνουμε ανακαίνιση. 3. συνήθ. στον πληθ., γκρεμίσματα ερείπια, συντρίμμια, χαλάσματα: Ψάχναμε στα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γκρέμισμα — και γκρέμνισμα, το 1. ρίξιμο ή πέσιμο από γκρεμό 2. κατεδάφιση 3. ανατροπή, κατάλυση 4. πληθ. τα γκρεμίσματα ερείπια, χαλάσματα, συντρίμμια …   Dictionary of Greek

  • έρειψις — ἔρειψις, ἡ (Α) [ερείπω] η μεταβολή σε ερείπια, η κατάρριψη, το γκρέμισμα …   Dictionary of Greek

  • απογκρεμίζω — γκρεμίζω εντελώς, συμπληρώνω το γκρέμισμα …   Dictionary of Greek

  • γκρεμνισμός — ο [κρημνισμός] 1. πέσιμο από ψηλά, γκρέμισμα 2. καταστροφή, αφανισμός …   Dictionary of Greek

  • ελέπαλξις — ἑλέπαλξις, η (Μ) πολιορκητική μηχανή για το γκρέμισμα τών επάλξεων …   Dictionary of Greek

  • ερείπωση — η (Μ ἐρείπωσις) [ερειπώνω] 1. η λεηλάτηση, η ερήμωση, το ρήμαγμα, η καταστροφή κατοικημένου τόπου 2. το γκρέμισμα, η καταστροφή οικοδομήματος ή πόλης …   Dictionary of Greek

  • ερειψίλαος — ἐρειψίλαος, ον (Α) αυτός που καταρρίπτει, καταστρέφει λαούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρειψις «γκρέμισμα» + λαός (πρβλ. ερειψι πύλας)] …   Dictionary of Greek

  • ερειψίτοιχος — ἐρειψίτοιχος, ον (Α) αυτός που καταστρέφει, που γκρεμίζει τους τοίχους («δωμάτων ἐρειψίτοιχοι», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρειψις «γκρέμισμα» (< ερείπω) + τοίχος] …   Dictionary of Greek

  • ερειψιπύλας — ἐρειψιπύλας, ὁ (Α) αυτός που καταρρίπτει, που κατακρημνίζει τις πύλες («ἐρειψιπύλαν παῑδα... Διὸς ἀργικεραύνου», Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρειψις «γκρέμισμα» (< ερείπω) + πύλας (αιτ. πληθ. τού πύλη)] …   Dictionary of Greek

  • ισοπέδωση — η 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ισοπεδώνω, εξομάλυνση επιφάνειας, ισοπέδωμα, επιπέδωση, ίσιωμα επιφάνειας 2. μτφ. 1. κατάργηση κοινωνικών διαφορών και διακρίσεων, κοινωνική εξίσωση, εξομοίωση 2. κατεδάφιση, γκρέμισμα, καταστροφή. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»